Παιγνιοθεραπεία: Ο καθρέφτης των παιδιών

Το παιχνίδι αποτελεί μια βασική μορφή εκπαίδευσης για τα παιδιά, καθώς και πηγή πληροφοριών για τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Σύμφωνα με διάφορες προσεγγίσεις της ψυχολογίας, το παιχνίδι θεωρείται ένα πολύτιμο εργαλείο θεραπείας για το παιδί, καθώς και για τη σύνδεσή του με τον έξω κόσμο. Στην ψυχαναλυτική θεωρία, το συμβολικό παιχνίδι, καθώς και το παιχνίδι ρόλων, συμβάλλουν στη διερεύνηση ασυνείδητων συναισθημάτων και εμπειριών των παιδιών με τρόπο φυσικό και φιλικό προς αυτά. Άλλες ανθρωπιστικές προσεγγίσεις θεωρούν το παιχνίδι βασικό μέσο επικοινωνίας και έκφρασης, καθώς τα παιδιά «μιλούν» παίζοντας και όχι συζητώντας, όπως συνηθίζουν να κάνουν οι ενήλικες. Επίσης, η θεραπεία μέσω παιχνιδιού μπορεί να συμβάλει στην αναγνώριση αρνητικών και μη λειτουργικών σκέψεων και συμπεριφορών, δημιουργώντας τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να αλλάξουν αυτά τα μοτίβα σκέψης και συμπεριφοράς.
Η παιγνιοθεραπεία περιλαμβάνει διάφορες μορφές παιχνιδιού, όπως το παιχνίδι ρόλων (role playing) και το αισθητηριακό παιχνίδι μέσω υλικών (πηλός, πλαστελίνη, άμμος), με σκοπό το παιδί να φέρει στο πλαίσιο των συνεδριών στοιχεία από τη ζωή του με έναν τρόπο που του είναι γνώριμος και οικείος. Η εμπλοκή του παιδιού στο παιχνίδι και η δημιουργία σχέσης εμπιστοσύνης με τον θεραπευτή το βοηθούν να κατακτήσει διάφορα στάδια, αναγνωρίζοντας, αρχικά, τα όρια τόσο τα δικά του όσο και του θεραπευτή. Στη συνέχεια, μέσα από τη διαδικασία της παιγνιοθεραπείας, βασικός στόχος είναι να ενθαρρύνει ο θεραπευτής το παιδί να ενισχύσει τα δυνατά του σημεία και να αναγνωρίσει τις δυσκολίες του. Το παιχνίδι ρόλων αποτελεί μια ευκαιρία να προβάλει το παιδί υποσυνείδητες σκέψεις και βιώματα από την καθημερινή του ζωή, τόσο στο οικογενειακό όσο και στο σχολικό περιβάλλον. Το συμβολικό παιχνίδι, μέσα από το κουκλοθέατρο, τις φιγούρες και το κουκλόσπιτο, δίνει στο παιδί τη δυνατότητα να πλάσει και να διηγηθεί δικές του ιστορίες, συνήθως, βγαλμένες από προσωπικές του εμπειρίες. Πολλές φορές δραματοποιεί τις ιστορίες του, οι οποίες προέρχονται από την οικογένειά του και άλλα συμβάντα της ζωής του, μέσα από διάφορους ρόλους. Αυτό βοηθά τον θεραπευτή να συλλέξει χρήσιμες πληροφορίες για το παιδί, ώστε να μπορέσει να δουλέψει μαζί του ζητήματα άγχους, ανασφάλειας, καθώς και άλλων υποσυνείδητων συναισθημάτων.
Η παιγνιοθεραπεία, λοιπόν, χρησιμοποιεί οικεία μέσα για τα παιδιά, όπως το συμβολικό παιχνίδι, τις χειροτεχνίες, τη ζωγραφική αλλά και τα επιτραπέζια θεραπευτικά παιχνίδια, επιτρέποντας σε παιδιά ποικίλων ηλικιών (από την προσχολική ηλικία έως την εφηβεία) να συμμετέχουν βιωματικά μαζί με τον θεραπευτή τους. Στους εφήβους, μάλιστα, λειτουργεί θετικά το να θέτει ο θεραπευτής συμβολικές δραστηριότητες, στις οποίες οι ίδιοι οι έφηβοι καλούνται να αναπαραστήσουν ρόλους και να ανακαλύψουν βαθύτερα συναισθήματα που αφορούν τα ενδιαφέροντά τους, τις οικογενειακές συγκρούσεις αλλά και την ταυτότητά τους.
Οι θεραπευτικοί στόχοι που τίθενται στο πλαίσιο της παιγνιοθεραπείας είναι η αυτογνωσία, δηλαδή, να αναγνωρίζουν τα παιδιά τα βασικά τους χαρακτηριστικά και να βελτιώνουν, συνεχώς, τις κοινωνικές και επικοινωνιακές τους δεξιότητες, η αποδοχή των δυσκολιών και η αντιμετώπισή τους, καθώς και η αναβίωση σημαντικών γεγονότων, με σκοπό να μετατραπούν τα δυσλειτουργικά σχήματα σε λειτουργικά. Επιπλέον, η παιγνιοθεραπεία βοηθά στην ανάπτυξη της συναισθηματικής νοημοσύνης, ενισχύει την αυτοεκτίμηση και καλλιεργεί δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων και κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Επιπρόσθετα, συμβάλλει σημαντικά στη διαχείριση τραυματικών εμπειριών, άγχους, φοβιών ή μη αποδεκτών συμπεριφορών. Ο θεραπευτής, μέσα από την παρατήρηση και τη συμμετοχή στο παιχνίδι, καθοδηγεί διακριτικά τη διαδικασία, βοηθώντας το παιδί να αποκτήσει μεγαλύτερη επίγνωση του εαυτού του και να αναπτύξει πιο υγιείς τρόπους έκφρασης και διαχείρισης συναισθημάτων ματαίωσης και θυμού.
Συνοψίζοντας, η παιγνιοθεραπεία αποτελεί ένα εργαλείο για την ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού, στο οποίο καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει ο θεραπευτής. Μέσα από την ενσυναίσθηση και την παρουσία του στον χώρο της θεραπείας, δημιουργεί ένα πλαίσιο εμπιστοσύνης για τα παιδιά, παρατηρώντας και συμμετέχοντας στο παιχνίδι τους. Οι δεξιότητες του θεραπευτή δεν περιορίζονται στην ενσυναίσθηση και την αγάπη του για τα παιδιά, αλλά περιλαμβάνουν και την ενεργητική ακρόαση και την κατανόηση των αναγκών του παιδιού, οι οποίες αναδύονται μέσω της θεραπευτικής διαδικασίας. Λειτουργεί ως «καθρέφτης» για τα παιδιά, κατανοώντας τα συναισθήματά τους, ακόμα και αυτά που είναι καλά κρυμμένα. Αφού έχει δημιουργηθεί μια σχέση με γερά θεμέλια, το παιδί νιώθει αποδεκτό χωρίς όρους, γεγονός που λειτουργεί ενισχυτικά στην ψυχική ανθεκτικότητα και τη συνολική θεραπευτική του εξέλιξη.
Πρέπει να θυμόμαστε πως κάθε παιδί έχει μέσα του τη δύναμη, αρκεί να του δοθεί ο κατάλληλος χώρος να εκφραστεί.
Σιμονίδου Στέλλα
Ψυχολόγος -Παιγνιοθεραπεύτρια

