
Ο Θάνατος και η απώλεια είναι φυσιολογικά μέρη του κύκλου της ζωής, τόσο για τα παιδιά όσο και για τους ενήλικες. Τα παιδιά δεν είναι απρόσβλητα απέναντι στην απώλεια και οι εμπειρίες τους ποικίλλουν από τον αποχωρισμό από ένα φίλο, τον θάνατο ενός κατοικίδιου, το διαζύγιο των γονιών, έως τον θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου.
Το πένθος είναι το σύνολο των συναισθηματικών αντιδράσεων και εκδηλώσεων, που φυσιολογικά εμφανίζονται μετά την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου. Υπάρχουν σημαντικές διαφορές στις διαδικασίες και τον τρόπο έκφρασης του πένθους ανάμεσα σε ενήλικες και παιδιά. Παράγοντες που επηρεάζουν και διαφοροποιούν το πένθος σε κάθε παιδί είναι:
Η φύση της σχέσης του παιδιού με το πρόσωπο που χάθηκε
- Το φύλο του προσώπου που πέθανε και το φύλο του παιδιού
- Η φύση της σχέσης του παιδιού με τα εναπομείναντα πρόσωπα αναφοράς (π.χ. επιζώντα γονιό), καθώς και η ικανότητα αυτών να θρηνήσουν
- Ο τρόπος που συνέβη το γεγονός (π.χ. αιφνίδιος θάνατος, μετά από ασθένεια κτλ)
- Η ηλικία και το στάδιο της ψυχοσυναισθηματικής εξέλιξης του παιδιού
Ο τελευταίος παράγοντας είναι ο πιο σημαντικός, καθώς συνδέεται με την ικανότητα του παιδιού να αντιλαμβάνεται το θάνατο. Αδρά λοιπόν τα παιδιά:
0-3 ετών: Δεν έχουν καμία αντίληψη του γεγονότος αλλά και της έννοιας του θανάτου. Αυτό που φαίνεται πως είναι ικανά να αντιληφθούν είναι η απουσία ενός σημαντικού προσώπου και τα συναισθήματα γύρω του (θλίψη, αναστάτωση). Αναμενόμενες πιθανές εκδηλώσεις πένθους είναι ανησυχία, αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες, στη διάθεση, στην κινητικότητα του εντέρου και της ουροδόχου κύστης, καθώς και συμπεριφορές προσκόλλησης στον επιζώντα γονιό σε περίπτωση θανάτου γονέα.

3-6 ετών: Υπάρχουν 4 αναπτυξιακά χαρακτηριστικά στα παιδιά αυτής της ηλικίας, που επηρεάζουν την κατανόηση των παιδιών για το θάνατο και τις εκδηλώσεις του πένθους:
Ανικανότητα να αντιληφθούν τον χρόνο ως έννοια: Αδυνατούν να αντιληφθούν το θάνατο ως οριστικό γεγονός και αναμένουν την επιστροφή του ατόμου που χάθηκε.
Εγωκεντρισμός: Τα παιδιά μπορεί να μην υπολογίζουν έναν θάνατο ως κάτι που αγγίζει τον κόσμο τους άμεσα. Δεν τον βλέπον ως προσωπικό. Συχνά ξαφνιάζουν τους μεγάλους με μια φαινομενικά ήπια αποδοχή το θανάτου, καθώς φαίνεται να δέχονται τις λέξεις, αλλά οι λέξεις δεν έχουν κανένα πραγματικό νόημα στις ζωές τους.
Ανιμισμός (ψυχολογική αιτιότητα): Αναφέρεται στην τάση του παιδιού να αποδίδει στα διάφορα γεγονότα ψυχολογικά κίνητρα. Για παράδειγμα, το παιδί μπορεί να πιστεύει ότι ο γονέας πέθανε επειδή το ίδιο είχει θυμώσει μαζί του και όχι επειδή αυτός είναι π.χ. άρρωστος.
Μαγική σκέψη: Πιστεύουν ότι οι άνθρωποι και τα αντικείμενα έχουν τη δύναμη να επιφέρουν αλλαγές, π.χ. ότι αν είναι φρόνιμα ή αν δωρίσουν κάτι σε κάποιον με καταληκτική νόσο δε θα πεθάνει ή θα επιστρέψει μετά το θάνατο.
Ο θρήνος του παιδιού σε αυτές τις ηλικίες δεν έχει καθορισμένο χρονικό διάστημα. Το παιδί θρηνεί ανά διαστήματα και αυτό οφείλεται στην έλλειψη αντοχής του να βιώσει τα συναισθήματα του πόνου και της θλίψης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Για αυτό το λόγο, λοιπόν, καταφεύγει στο θρήνο με «δόσεις». Αυτό σημαίνει ότι το παιδί εναλλάσσει εύκολα τα συναισθήματά του, δηλαδή μπορεί η διάθεσή του να αλλάξει ξαφνικά και τη θέση της θλίψης να πάρει η χαρά, χωρίς αυτό να δηλώνει ότι πλέον το παιδί αδιαφορεί για την κατάσταση και πως έχει ξεπεράσει τη θλίψη του. Η λύπη δεν καταργεί το γέλιο και το παιχνίδι. Επανέρχεται πάλι, αλλά σε χρόνο ανύποπτο και απροειδοποίητα.
Έντονες εκδηλώσεις οργής, επιθετικότητα, σωματικά συμπτώματα (π.χ. απώλεια όρεξης, κεφαλαλγία, κοιλιακά άλγη, έξαρση αλλεργιών αυξημένη συχνότητα λοιμώξεων κ.α.), παλινδρόμηση σε συμπεριφορές μικρότερης ηλικίας (ενούρηση, εγκόπριση) αποτελούν αναμενόμενες εκδηλώσεις πένθους. Όταν όμως επιμένουν ή επηρεάζουν τη λειτουργικότητα του παιδιού χρήζουν παρέμβασης και αντιμετώπισης από ειδικούς.
Οι προληπτικές παρεμβάσεις και η βοήθεια που μπορούν οι ενήλικες να παρέχουν στο παιδί, όταν αυτό έλθει αντιμέτωπο με την απώλεια έχουν ως στόχο:
Να εξηγηθεί στο παιδί απλά, όσο και όταν χρειάζεται τι έγινε
- Να παρέχουν στο παιδί σταθερότητα των όποιων υποκατάστατων (π.χ ίδιου φύλου αντικαταστάτης του εκπαιδευτικού που χάθηκε)
- Να διατηρηθεί, όσο αυτό είναι εφικτό, η ρουτίνα στην καθημερινότητα του παιδιού, καθώς η περίοδος αυτή δεν ενδύκνειται για αλλαγές
- Να βοηθηθεί το παιδί να θρηνήσει και να εκφράσει τα συναισθήματά του για την απώλεια
Το σχολείο μπορεί σε μεγάλο βαθμό να βοηθήσει το παιδί να αντιμετωπίσει λιγότερο επώδυνα το θάνατο ενός αγαπημένου του προσώπου. Το παιδί περνά στο σχολείο πολλές ώρες και το θεωρεί δεύτερο σπίτι του. Έτσι, νιώθει πιο ασφαλές, με τη βοήθεια των εκπαιδευτικών, να εξωτερικεύσει τον πόνο και τη θλίψη του. Κάθε εκπαιδευτικός, μπορεί να έρθει αντιμέτωπος μέσα στην τάξη με διάφορες καταστάσεις που σχετίζονται με την απώλεια. Τέτοιες είναι ο θάνατος ενός μαθητή, εκπαιδευτικού, γονέα, αδελφού ή στενού συγγενή μαθητή, χρόνια καταληκτική ασθένεια ενός μαθητή ή εκπαιδευτικού.
Αρχικά το σχολείο πρέπει να είναι έγκυρα ενημερωμένο για το συμβάν. Αυτό είναι απαραίτητο γιατί πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ενημερώσει το προσωπικό του σχολείου και τους υπόλοιπους γονείς, όπου αυτό είναι εφικτό, για να αποφύγει τυχόν σχολιασμούς μπροστά στο παιδί. Ο/Η εκπαιδευτικός μπορεί να του παρέχει σχέδια εργασίας με τα οποία το παιδί θα εκφράσει τα συναισθήματά του. Σχέδια, που απλώς το διευκολύνουν να μιλήσει γι΄αυτό που βιώνει και σχέδια που αναφέρονται καθ΄αυτό στον θάνατο, τα οποία μάλιστα καλό θα ήταν να δίνονται καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου και όχι εξ’ αιτίας κάποιου συγκεκριμένου συμβάντος, ώστε τα παιδιά να αρχίζουν να προετοιμάζονται σταδιακά για τέτοιες δυσάρεστες καταστάσεις. Ακόμα, βοηθητικό είναι να οργανώνονται συζητήσεις σχετικές με μικρά πένθη που ένα παιδί μπορεί να βιώσει (π.χ., θάνατο ψαριού στη γυάλα) και να αφήνει αλλά και να παροτρύνει τα παιδιά να εκφραστούν μέσα από τη ζωγραφική, η οποία λειτουργεί ως βασική μέθοδος θεραπευτικών αλλά και προληπτικών προγραμμάτων παρέμβασης .
Τέλος, μπορεί να χρησιμοποιηθεί το παιχνίδι που λειτουργεί ως εκφραστικό, θεραπευτικό και διαγνωστικό μέσο, για να βοηθήσει το παιδί να παρουσιάσει τον πόνο του και τη στάση του απέναντι στο θάνατο, καθώς και βιβλία που απευθύνονται στον θάνατο άμεσα ή έμμεσα για να εισάγει το παιδί στο θέμα.Τα βιβλία αυτά κάνουν περισσότερα από το να παρουσιάζουν στα παιδιά μία εικόνα του θανάτου και τρόπους να τον αντιμετωπίσουν. Όλα εμπεριέχουν ως κεντρικό τους άξονα την ιδέα ότι o θάνατος αποτελεί ένα φυσιολογικό μέρος του κύκλου της ζωής, ενώ τα παιδιά μπορούν και πρέπει να συνεχίσουν τη ζωή τους μετά το θάνατο κάποιου προσώπου πολύ σημαντικού γι’αυτά. Επομένως, συνιστούν το προσφορότερο μέσο για την προσέγγιση της έννοιας του θανάτου από τα παιδιά και τη διερεύνηση των συναισθημάτων που τους προκαλεί, με έναν τρόπο αναπτυξιακά και συναισθηματικά κατάλληλο.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΤΣΑΡΤΣΑΛΗΣ, Ψυχίατρος Παίδων & Εφήβων

